Η Ιστορία μας
Ιστορία – Πολιτισμός
Η παραγωγή οίνων και αποσταγμάτων στην περιοχή Τυρνάβου αιώνες τώρα αποτελεί το κέντρο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής του τόπου μας. Το ίδιο το κρασί, το τσίπουρο και το ούζο που παράγεται εδώ είναι ζωντανό μνημείο πολιτισμού. Σημαντικό κομμάτι αυτής της μεγάλης ιστορίας στα νεότερα χρόνια είναι ο Αγροτικός Οινοποιητικός Συνεταιρισμός Τυρνάβου, που από την ίδρυσή του το 1961 και μετά ανέδειξε και εξέλιξε την παραγωγή και την παράδοση των προϊόντων του τυρναβίτικου αμπελώνα.
Αμπελώνας Τυρνάβου
Αμπελώνες
Ο αμπελώνας Τυρνάβου περιλαμβάνει τους αμπελώνες των δημοτικών διαμερισμάτων Τυρνάβου, Αμπελώνα, Αργυροπουλίου, Δαμασίου, Δελερίων, Δένδρων – Πλατανουλίων και Ροδιάς. Έχει συνολική έκταση 23.000 στρέμματα, από τα οποία τα 17.000 στρ. είναι οινοποιήσιμες ποικιλίες με επικρατέστερη την ερυθρή Μοσχάτο Τυρνάβου (12.000 στρ). Πρόκειται για ποικιλία που ταυτίστηκε με την περιοχή Τυρνάβου όπου επικράτησε σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να αναφερόμαστε πια στον Τύρναβο του Μοσχάτου μια που η καλλιεργούμενη έκταση της ποικιλίας αυτής στην υπόλοιπη Ελλάδα είναι μικρή.
Τα μέλη του ΑΟΣ Τυρνάβου καλλιεργούν μια έκταση των 9.300 στρεμμάτων. Τη μεγαλύτερη έκταση καλύπτει το Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου με 5.900 στρ. και ακολουθεί ο Ροδίτης (Αλεπού) με 1.600 στρ.
Λευκές ποικιλίες γηγενείς και παγκόσμιες που καλλιεργούνται με βάση την έκταση που καλύπτουν είναι το Ugni Blanc, το Macabeau, το Ασύρτικο, το Sauvignon Blanc, το Μοσχάτο Άσπρο, το Μπατίκι (παλιά ποικιλία που τη βρίσκουμε κυρίως στον Τύρναβο), το Chardonnay, η Ντεμπίνα, η Μαλαγουζιά και το Σαββατιανό. Άλλες ερυθρές γηγενείς ποικιλίες και παγκόσμιες με βάση την έκταση που καλύπτουν είναι το Merlot,το Syrah,η Λημνιώνα (γηγενής της Θεσσαλίας),το Cabernet Sauvignon,το Ξινόμαυρο, το Grenache Rouge και το Alicante.
Η παρακολούθηση των αμπελώνων των μελών, των σχετικών συστημάτων και προγραμμάτων γίνεται από το κατάλληλα στελεχωμένο γεωπονικό τμήμα του Συνεταιρισμού.
Ο ΑΟΣ Τυρνάβου από το 2004 εφαρμόζει σύστημα ολοκληρωμένης διαχείρισης σύμφωνα με τα πρότυπα AGRO 2-1 και AGRO 2-2. Είναι μια μέθοδος παραγωγής φιλική προς το περιβάλλον, η οποία βασίζεται στην ορθολογική χρήση όλων των εισροών της καλλιέργειας (νερό, λιπάσματα), τη μείωση χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων και την ελεγχόμενη εφαρμογή καλλιεργητικών επεμβάσεων με στόχο την παραγωγή ασφαλών αγροτικών προϊόντων πιστοποιημένης ποιότητας, την προστασία των παραγωγών, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος. Οι παραγωγοί-μέλη είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν συγκεκριμένους κανόνες παραγωγής και να τηρούν αρχεία καταγραφών των πρακτικών που εφαρμόζουν.
Στα πλαίσια της ολοκληρωμένης διαχείρισης εφαρμόζεται εκτεταμένα από το 2019 μέσω της δράσης 70-1.3.2 του ΥΠΑΑΤ, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης της ευδεμίδας αμπέλου (κομφούζιο) και από το 2024 η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης του ψευδόκοκκου αμπέλου(κομφούζιο), με στόχο την ελαχιστοποίηση έως και υποκατάσταση της χημικής καταπολέμησης των δυο εχθρών.
Μνημείο Πολιτισμού
Παράδοση
«Μήδεν άλλο φυτεύσεις πρότερο δένδρον αμπέλω» (πρώτο από όλα τα άλλα δένδρα φύτεψε αμπέλι). Τη συμβουλή αυτή του αρχαίου ποιητή Αλκαίου φαίνεται να ακολούθησαν οι πρόγονοι Τυρναβίτες και μέχρι τις μέρες μας το αμπέλι αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας της πόλης, ενώ τα προϊόντα του, το κρασί και το τσίπουρο, είναι πάντα πρόθυμοι συμπαραστάτες στο σύνολο των κοινωνικών εκφράσεων της πόλης και συχνά αποτελούν και το κέντρο τους. Άλλωστε η φράση που έφτασε στις μέρες μας «όλα αμπέλια» (δηλαδή όλες οι εκτάσεις να φυτευτούν αμπέλια) και αποτελεί προτροπή- ευχή- πρόποση, αντανακλά το μέγεθος της τιμής που δίνουν οι ντόπιοι στο αμπέλι.
Το κρασί είναι για την περιοχή του Τυρνάβου «μνημείο» πολιτισμού αν και παράγεται και καταναλώνεται στις μέρες μας, αφού φέρει μέσα του την τέχνη και τον ιδρώτα των ανθρώπων όχι μόνο των σύγχρονων αλλά και των προηγούμενων γενεών. Η θέση του κρασιού στην κοινωνία είναι αποτέλεσμα της όλης πορείας του στην ιστορία της πόλης, ακόμα και τα είδη των ζυμομυκήτων που ενδημούν στην περιοχή και καθορίζουν την παραγωγή του κρασιού είναι οι ζωντανοί μάρτυρες μιας ιστορικής εξέλιξης.
Ευδοκιμεί λοιπόν η άμπελος στον Τύρναβο και το κρασί συνεργεί καταλυτικά στη διαμόρφωση της ιδιοσυγκρασίας των κατοίκων, σύμφωνα άλλωστε με την περιγραφή του 1817 του Λαρισαίου λόγιου Ιωάννη Οικονόμου «… είναι ακόμη οι Τουρναβίταις, ευλαβείς και εις το άκρον χαροκόποι και ξεφαντωτικοί, εις τρόπον όπου σπάνια είναι, να μην ιδή τις Τουρναβίτην κρασοπατέρα». “Οι έχοντες εις τας οικίας των οίνον προς πώλησιν Τυρναβίται ανηρτούν κλάδον δένδρου προς δήλωσιν, ο βλέπων δε τον κλάδον επί του ανωφλίου της προαυλίου πύλης ανηρτημένον εισήρχετο εν αυτής ελευθέρως και παρετήρει δια της γεύσεως τον οίνον καν τε αγοράσει καν τε μη.” Απόσπασμα από το βιβλίο του Λεονάρδου “Χωρογραφία της Θεσσαλίας” (1832) όπου φαίνεται ότι η ιστορία της αμπέλου και των προϊόντων της στην περιοχή Τυρνάβου είναι μακραίωνη και χάνεται στα βάθη της ιστορίας του τόπου.
”«μήδεν άλλο φυτεύσεις πρότερο δένδρον αμπέλω»
ΑλκαίοςΑρχαίος Ποιητής
(πρώτο από όλα τα άλλα δένδρα φύτεψε αμπέλι)
”«μήδεν άλλο φυτεύσεις πρότερο δένδρον αμπέλω»
ΑλκαίοςΑρχαίος Ποιητής
(πρώτο από όλα τα άλλα δένδρα φύτεψε αμπέλι)
Ο Τύρναβος στα τέλη του 18ου αιώνα, ήταν γνωστός για περίφημα βαμμένα νήματα, καθώς και τα εξαιρετικής ποιότητας κουκούλια (μεταξοσκώληκα) που παρήγαγε, πολλά δε από αυτά (τα καλύτερα) τα εξήγαγε. Αυτό όμως που έκανε πραγματικά γνωστό τον Τύρναβο στο πανελλήνιο (και όχι μόνο) ήταν το τσίπουρο (ούζο) Τυρνάβου. Το εκλεκτό αυτό απόσταγμα το παρήγαγαν με την επαναπόσταξη αποστάγματος στεμφύλων, με την προσθήκη βεβαίως γλυκάνισου και άλλων αρωματικών φυτών. Ήταν η εποχή που το καλό διπλοαποσταγμένο τσίπουρο μετονομάσθηκε “ούζο” από την γνωστή περιγραφική έκφραση συμπολίτη μας ο οποίος δοκιμάζοντας το αναφώνησε “μα αυτό είναι uso Massalia” εκφράζοντας με αυτό το τρόπο το θαυμασμό του για την εξαιρετική του ποιότητα. Έτσι δημιουργήθηκε ο μύθος του ούζου Τυρνάβου που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το καλό διπλοαπεσταγμένο τσίπουρο. Χάθηκε δια μέσου των χρόνων το περιγραφικό αυτό όνομα για το εξαιρετικής ποιότητας τσίπουρο Τυρνάβου, έγινε όμως προσφορά του σε ολόκληρη την Ελλάδα και τον κόσμο.
Το πότε ακριβώς άρχισε η παραγωγή του στην Ελλάδα δεν είναι γνωστό. Υπάρχουν αναφορές για παραγωγή τσίπουρου στο Άγιο Όρος από το 1590, όπως φαίνεται από διάφορα τούρκικα φιρμάνια της εποχής. Η παραγωγή μέχρι πρόσφατα (1988), γινόταν μόνο από τους αμπελουργούς οι οποίοι έπαιρναν (και παίρνουν) άδεια-για απόσταξη δύο ημερών (διήμεροι) σύμφωνα με τον νόμο 71/1917. Η απόσταξη γίνεται σε χάλκινους άμβυκες χωρητικότητας μέχρι 130 λίτρων. Ο νόμος έδινε την δυνατότητα αυτή στους αμπελοκαλλιεργητές, να αποστάζουν δηλαδή (χωρίς φόρο) τα στέμφυλα των σταφυλιών τους και να χρησιμοποιούν το απόσταγμα για ιδία κατανάλωση. Επέτρεπε επίσης την πώληση του πλεονάζοντος τσίπουρου περιοριστικά μέσα στο νομό ή σε όμορους νομούς πάντα κάτω από τον έλεγχο των οικονομικών υπηρεσιών. Απαγορευόταν και απαγορεύεται οποιαδήποτε τυποποίηση του παραγόμενου από τους διήμερους τσίπουρου. Αυτά μέχρι το 1988, πριν εξετάσουμε τι γίνεται σήμερα ας κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή η οποία θα μας βοηθήσει να βγάλουμε σωστά συμπεράσματα και να δούμε τι πρέπει να κάνουμε.
Δεν είναι τυχαίο που ο Τύρναβος βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της ιστορίας του Τσίπουρου. Οι λόγοι είναι κατ’ εξοχήν ιστορικοί και ξεκινούν από την περίοδο της τουρκοκρατίας. 0 Τύρναβος χαρακτηρίστηκε “βακούφι” και υπαγόταν κατ’ ευθεία στον σερ Μέκκας και όχι στον τοπικό διοικητή, απολάμβανε δε ιδιαίτερα προνόμια τα οποία βοήθησαν να συγκεντρωθεί μεγάλο χριστιανικό στοιχείο στην πόλη και αυτό εκφράστηκε με μια οικονομική και πνευματική άνθιση η οποία επισημαίνεται από όλους τους ευρωπαίους περιηγητές της εποχής (Brown (1669), Leake (1806), Pouqueville (1814) κ.α.) αλλά εμείς θα χρησιμοποιήσουμε εδώ μια μαρτυρία ενός Τούρκου, αλλόθρησκου του Εβλιγιά Τσελεμπή ο οποίος το 1668 επισκέφθηκε τον Τύρναβο και τον χαρακτήρισε πλούσια πόλη απίστων, γεμάτη παπάδες και καλόγερους με 18 εκκλησίες και μόνο ένα μικρό τέμενος. Η σημαντική όμως πληροφορία είναι ότι στο δρόμο προς την Λάρισα μέτρησε 37 αμπελώνες.
Ιστορία Μιας Λέξεως
Ούζο
«Διάσπαρτα σε ημερολόγια, περιοδικά, εφημερίδες αλλά και σε βιβλία, βρίσκονται ενενήντα περίπου δημοσιεύματα του Αχιλλέα Τζάρτζανου, που μαζί με τις πραγματείες και τα βιβλία του είναι χαρακτηριστικά της επιστημονικής πορείας και των ενδιαφερόντων του», γράφει ο γιος του Νάσος Τζάρτζανος στον πρόλογο του βιβλίου Άρθρα και μελετήματα του Αχιλλέα Τζάρτζανου.
Αυτά, λοιπόν, τα άρθρα ίσως είναι τα πιο γοητευτικά που μας άφησε ο Τζάρτζανος: ακούστε με πόσο κέφι σε ένα από αυτά μιλάει για τη γέννηση της λέξης ούζο.
«Όλοι βέβαια σήμερα, φτωχοί και πλούσιοι, ταπεινοί και αριστοκράτες, πίνουν το ουζάκι τους, και το ούζο είναι πια το αγαπημένο ποτό σε κυρίους και κυρίες, σε νέους και δεσποινίδες, και σερβίρεται όχι μόνο στα λαϊκά ποτοπωλεία ή στα φτωχικά σπίτια, παρά και στο πλουτοκρατικά σαλόνια και τα αριστοκρατικά κέντρα. Αμφιβάλλω όμως, αν έξω από τον Τύρναβο της Θεσσαλίας, που είναι η πατρίδα του ούζου και του ονόματος του, θα υπάρχει κανείς, που να γνωρίζη πόθεν έλαβε το τόσο αγαπημένο τώρα στους πολλούς αυτό ποτό το όνομα του, ή -το σπουδαιότερο- αν υπάρχει κανείς που να ημπορή να μαντεύση, τι σχέσιν έχει το όνομα του ούζου με το πράγμα, που σημαίνει αυτή η λέξις».
Ας γυρίσoμε λοιπόν καμιά εκατόν πενηνταριά χρόνια και κάτι ακόμα πίσω και ας πάμε στη Θεσσαλική κωμόπολη, στην πατρίδα του ούζου, τότε κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας της Θεσσαλίας.
Το «ματαβρασμένο ρακί» αυτό ονομάστηκε ούζο μόλις κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας στον Τύρναβο και στη Θεσσαλία (1878-1881) από την εξής αφορμή.
«Βρισκόταν τότε στον Τύρναβο ένας στρατιωτικός γιατρός του Τουρκικού στρατού, Αρμένιος, ονομαζόμενος Σταυράκ-μπέης, ο οποίος είχε μεγάλη φιλία με δύο προκρίτους Τουρναβίτες, τον Αντώνιον Μακρήν, υφασματέμπορον, και τον Δημήτριον Δουμενικιώτην, παντοπώλην και ποτοποιόν, και η παρέα αυτή των τριών φίλων τακτικά μεσημέρι και βράδυ έπαιρνε το ορεκτικό της, το «ματαβρασμένο ρακί», το σημερινό ούζο, σαν να λέμε».
«O Σταυράκ-μπέης, επειδή, φαίνεται, είχε ιδιαίτερη αγάπη στο ποτό αυτό, επήγε κάποτε ας το εργοστάσιο του Δ. Δουμενικιώτη και εκεί επιτόπου, όπως λέμε, του συνέστηκε να πρoσθέση και κάποια άλλη ουσία, για να βγη ρακί σε καλύτερη ποιότητα. Και πράγματι, όταν έγινε η απόσταξις σύμφωνα με τη συμβουλή του γιατρού κι επήγαν οι τρεις φίλοι να δοκιμάσουν το απόσταγμα της ημέρας εκείνης, ο Αντώνιος Μακρής πρώτος, μόλις το εδοκίμασε, υπερευχαριστήθηκε και ανεφώνησε: «Μωρέ, τι είναι αυτό; Αυτό είναι ούζο Μασσαλίας».
«Και έτσι από τότε βγήκε το όνομα του ούζου».
«Αυτό τώρα θα ρωτήσει κανείς, τι ήθελε να πει ο μακαρίτης Αντ. Μακρής, ο νονός του ούζου, με τις λέξεις «ούζο Μασσαλίας», από τις οποίες έμεινε κατόπιν η λέξις ο ύ ζ ο ως ονομασία του «ματαβρασμένου ρακιού» καλής ποιότητος;»
«Στον Τύρναβο γίνεται ανέκαθεν και καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων και παράγονται κάθε χρόνο κουκούλια σε μεγάλη ποσότητα. Από τα κουκούλια λοιπόν αυτά, τα εκλεκτότερα μπαλαρίζονταν τα χρόνια εκείνα σε ιδιαίτερες μπάλες και στέλνονταν στο Βόλο για την Ευρώπη, με την επιγραφή uso Massalia, ήτοι «προς χρήσιν της Μασσαλίας».
«Εσήμαινε δηλαδή η φράσις αυτή (uso Massalia) στο εμπόριο των κουκουλιών την εκλεκτήν ποιότητα και αυτό ήθελε να πει ο μακαρίτης Μακρής με την αναφώνηση του, χωρίς να το φαντάζεται βέβαια τότε, ότι γίνονταν δημιουργός μιας λέξεως».
Άρθρα και Μελετήματα (επιμέλεια Ν. Α. Τζάρτζανος), Εκδόσεις Κ. Κακουλίδη.
το ΜΟΣΧΑΤΟ του ΤΥΡΝΑΒΟΥ
Ο Τύρναβος του Μοσχάτου
Το Μοσχάτο Αμβούργου (Μοσχάτο Μαύρο Τυρναβου) είναι η ποικιλία που κυριαρχεί στην περιοχή του Τυρνάβου, όπου καλλιεργείται σε 15.000 στρέμματα περίπου. Πρόκειται για ποικιλία που συναντάται σποραδικά διεθνώς, στην Ελλάδα όμως είναι ταυτισμένη με τον Τύρναβο, αφού το σύνολο σχεδόν της καλλιέργειας της βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή του.
Η καλλιέργεια του Μοσχάτου ξεκίνησε μετά την καταστροφή του ιστορικού αμπελώνα του Τυρνάβου από τη φυλλοξήρα, όταν την περίοδο 1930-36 μέσω της Γεωργικής Σχολής Λάρισας και την διανομή αντιφυλλοξηρικών κλημάτων προωθήθηκε μεταξύ άλλων και το Μοσχάτο Αμβούργου.
Η ποικιλία αρχικά δημιουργήθηκε από διασταύρωση της ιταλικής ποικιλίας Schiava Grossa (Trollinger ή Black Hamburg) και της αιγυπτιακής Μοσχάτο Αλεξανδρείας, καλλιεργήθηκε στα θερμοκήπια της Αγγλίας όπου ονομάζονταν Μαύρο Μοσχάτο Αλεξανδρείας, στη συνέχεια όμως επικράτησε το όνομα Μοσχάτο Αμβούργου που κράτησε από ένα συνθετικό από τις δυο ποικιλίες από τις οποίες δημιουργήθηκε.
Η ποικιλία Μοσχάτο Αμβούργου πέρασε σταδιακά σχεδόν σε όλο τον κόσμο, στην Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Ρουμανία, Πορτογαλία κλπ), στις ΗΠΑ (Καλιφόρνια, Βιρτζίνια, Όρεγκον, Τέξας), σε Αίγυπτο, Αργεντινή ενώ τελευταία τη συναντά κανείς και στην Κίνα. Στις διάφορες περιοχές του κόσμου όπου καλλιεργείται συμμετέχει σε αναμίξεις οίνων, παράγει επιδόρπιους οίνους, πωλείται ως φρούτο αλλά πολύ σπάνια συναντά κανείς κρασί αποκλειστικά από Μοσχάτο Αμβούργου.
Οι αμπελουργοί της περιοχής Τυρνάβου όμως, έχοντας μακραίωνη οινική ιστορία, εργάστηκαν με τα νέα δεδομένα που έφεραν οι ποικιλίες που εγκαταστάθηκαν μετά τη φυλλοξήρα και αξιοποίησαν το Μοσχάτο με πολλούς τρόπους, με την παραγωγή πολλών ειδών αρωματικών κρασιών κυρίως ελαφρών κόκκινων, με την απόσταξη για την παραγωγή του φημισμένου τσίπουρου Τυρνάβου, το προώθησαν ακόμα και στην αγορά ως νωπό σταφύλι.
Η μεγάλη έκταση της καλλιέργειας Μοσχάτου Αμβούργου στην περιοχή, ο καλός εγκλιματισμός της αλλά και η πολύμορφη αξιοποίηση της ανέδειξε την περιοχή Τυρνάβου σε σημείο αναφοράς σε όλο τον κόσμο σχετικά με την ποικιλία αυτή, απόδειξη ότι στον παγκόσμιο κατάλογο ποικιλιών VIVC ανάμεσα στα 105 συνώνυμα της ποικιλίας, που στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι παραλλαγές του ονόματος Μοσχάτο Αμβούργου στις διάφορες χώρες και γλώσσες του κόσμου, υπάρχει και το συνώνυμο ΜΟΣΧΑΤΟ ΤΥΡΝΑΒΟΥ (MOSCHATO TYRNAVOU).
Το στοιχείο αυτό τεκμηρίωσε τη φήμη του Μοσχάτου Τυρνάβου σε παγκόσμια κλίμακα και σε συνδυασμό με το γεγονός πως το σύνολο σχεδόν της καλλιεργούμενης έκτασης βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Τυρνάβου, έθεσε εύλογα το θέμα κατοχύρωσης και στον εθνικό κατάλογο ποικιλιών της ονομασίας αυτής ως συνώνυμης. Τον Φεβρουάριο του 2013 έγινε τελικά εφικτή η κατοχύρωση και σε εθνικό επίπεδο της ονομασίας Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου ως συνώνυμης του Μοσχάτο Αμβούργου για τα σταφύλια όμως μόνο που καλλιεργούνται στα όρια του σημερινού δήμου Τυρνάβου. Μετά την κατοχύρωση αυτή μπορεί να χρησιμοποιείται η ονομασία Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου επίσημα για τα σταφύλια αλλά και για όλα τα προϊόντα που παράγονται από αυτά και να μην χρησιμοποιείται το συνθετικό Αμβούργου που δεν εξυπηρετεί στην ανάδειξη των τοπικών προϊόντων της περιοχής. Άλλωστε μια ποικιλία που μετρά τόσες δεκαετίες και συνδέεται τόσο στενά με τον τόπο και τους ανθρώπους του καταγράφεται στη συνείδηση του κόσμου ως γηγενής.
Ο Τύρναβος και το Μοσχάτο έχουν πλέον μια ισχυρή αμφίδρομη σχέση, είναι το Μοσχάτο του Τυρνάβου αλλά και ο Τύρναβος του Μοσχάτου και η σχέση αυτή θα διαδραματίσει και στο μέλλον τον βασικότερο ρόλο στην ανάπτυξη του αμπελοοινικού τομέα αλλά και γενικότερα της οικονομίας της περιοχής.
Οι προσπάθειες για την κατοχύρωση της ποικιλίας ήταν συνεχείς και επίμονες σε ένα καθόλου ευνοϊκό περιβάλλον, μιας και όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς και παράγοντες του οίνου δύσκολα πείθονταν πως μια ποικιλία διπλής χρήσης, από μια πεδινή περιοχή, με χαμηλές οξύτητες και τόσο απαιτητική οινολογικά θα μπορούσε να σταθεί ανάμεσα στις υπόλοιπες δημοφιλείς ελληνικές και ξένες ποικιλίες.
Η δυναμική όμως της ποικιλίας, μέσα από τα προϊόντα που παράγονταν από αυτή, δεν μπορούσε να προσπεραστεί, ούτε βέβαια το πείσμα των ανθρώπων που τη δούλευαν και την πίστευαν, με αποτέλεσμα από το 2007 να γίνει η ποικιλία αποκλειστικά οινοποιήσιμη στην Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας και να δοθεί από το 2008 για πρώτη φορά η δυνατότητα παραγωγής Τοπικών Οίνων από την ποικιλία ή όπως σήμερα λέγονται οίνοι ΠΓΕ (Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης) και εκτός αυτού να μπορεί να συμμετέχει η ποικιλία σε όλα τα παρεμβατικά μέτρα της ΚΟΑ οίνου, γιατί ως διπλής χρήσης αποκλειόταν από αυτά .
Όλη αυτή η προσπάθεια για την μελέτη, την ανάδειξη και την κατοχύρωση της ποικιλίας είχε έναν πρωταγωνιστή, τον Αγροτικό Οινοποιητικό Συν/σμό Τυρνάβου, που σε όλη την 60χρονη πορεία του έδωσε διάφορες οινικές εκφράσεις αλλά και αποστάγματα (τσίπουρα) από Μοσχάτο. Ειδική αναφορά απαιτείται να γίνει στον οινολόγο πρώην Διευθυντή του Συν/σμού Αστέριο Παπρά που με την επιστημονική, τεχνική, θεσμική του συμβολή όπως και με το πείσμα και την προσήλωση του, έδωσε την αναγκαία ώθηση στην ανάδειξη της ποικιλίας ώστε με αξιώσεις τα τελευταία χρόνια να παρουσιάζει αυξημένη καταναλωτική ζήτηση στη χώρα και στις αγορές του εξωτερικού.
Φαίνεται πως το μικροκλίμα της περιοχής Τυρνάβου κορυφώνει τον έντονο αρωματικό χαρακτήρα της ποικιλίας που θυμίζει τριαντάφυλλο, συμβάλλοντας στην παραγωγή ιδιαίτερων μοσχάτων οίνων που αποτελούν κατηγορία από μόνοι τους κυρίως για τον αρωματικό τους χαρακτήρα. Ξεχωρίζουν ανάμεσά τους οι ημίξηροι, ημίγλυκοι και γλυκοί οίνοι, όπου τα αζύμωτα σάκχαρα υπερτονίζουν το άρωμα καθώς και οι οίνοι από επιλεγμένους αμπελώνες λευκοί, ροζέ και ερυθροί. Οι ποικιλίες γενικά της κατηγορίας Μοσχάτο δίνουν επίσης λόγω του αρωματικού τους προφίλ εξαιρετικούς αφρώδεις οίνους και η παραγωγή τέτοιων από Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου δείχνει να έχει πολύ καλές προοπτικές στην σημερινή αγορά που σημειώνει αυξημένη ζήτηση στους αφρώδης οίνους. Έτσι μέσα σε όλο αυτό το οινικό ταξίδι από μια δύσκολη και απαιτητική οινολογικά ποικιλία έχουν τελικά παραχθεί οίνοι λευκοί, ροζέ και ερυθροί όλων των κατηγοριών, ΠΓΕ (Προστατευμένης Γεωγραφικής ένδειξης), Ποικιλιακοί οίνοι και αφρώδης οίνοι όπως και τσίπουρα ή αποστάγματα.
Η ποιότητα των αποσταγμάτων (τσίπουρο κλπ) από Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου αποτελεί ένα κεφάλαιο από μόνη της. Ερευνητικό πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 2006-2008 με τη συμμετοχή του Αγροτικού Οινοποιητικού Συν/σμού και Πανεπιστημίων της χώρας με τίτλο «ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΩΝ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΕΜΦΥΛΩΝ ΣΤΑΦΥΛΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΥΡΝΑΒΟΥ ΜΕ ΣΤΟΧΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΣΙΠΟΥΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΩΝ ΥΨΗΛΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ» ήταν αποκαλυπτικό για την μεγάλη αξία της ποικιλίας στην παραγωγή αποσταγμάτων.
Από τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής έγινε φανερό ότι υπάρχει σαφής διαφοροποίηση μεταξύ των διάφορων ποικιλιών που αποτέλεσαν αντικείμενο και της ποικιλίας Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου, η οποία υπερέχει τόσο σε πλήθος όσο και σε συγκέντρωση αρωματικών συστατικών. Όλα τα πειράματα της φάσης αυτής έδειξαν ότι το Τσίπουρο Τυρνάβου για να αποκτήσει ένα διαφοροποιημένο αρωματικό χαρακτήρα από τα ομοειδή προϊόντα, θα πρέπει να παράγεται από στέμφυλα της ποικιλίας Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου. Χαρακτηριστικότερο εύρημα η υψηλή περιεκτικότητα σε λιναλοόλη, της οποίας η ύπαρξη επιβεβαιώθηκε και στο σταφύλι της ίδιας ποικιλίας. Μέσα από τη σύγκριση τσίπουρου από διαφορετικές περιοχές της χώρας και διαφορετικές ποικιλίες έγινε σαφές πως τα αρωματικά συστατικά των τσίπουρων συσχετίζονται με τις ποικιλίες αμπέλου που έχουν χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή τους και ότι τα αποστάγματα από Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη συγκεκριμένων συστατικών (λιναλοόλη, οτριενόλη και οξείδια της λιναλοόλης), τα οποία δεν απαντώνται σε αποστάγματα από άλλες ποικιλίες.
Τμήμα αυτής της έρευνας παρουσιάστηκε με poster στο παγκόσμιο συνέδριο NATURAL PRODUCTS που έγινε στην Αθήνα το 2008 και με βάση τα ευρήματα της συντάχθηκε ο φάκελος που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την Γεωγραφική Ένδειξη Τσίπουρο Τυρνάβου
Το Τσίπουρο Τυρνάβου είναι αναγνωρισμένης Γεωγραφικής Ένδειξης από το 1989 με τον πρώτο Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τα ποτά τον 1576/1989 και μάλιστα είναι η μοναδική πόλη της Ελλάδας που έχει αυτή τη διάκριση, οι υπόλοιπες αναγνωρισμένες περιοχές της χώρας που συμπεριλαμβάνονται στις γεωγραφικές ενδείξεις αφορούν σε περιφέρειες (Θεσσαλία, Μακεδονία, Κρήτη). Η ποικιλία Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου για την παραγωγή του Τσίπουρου Τυρνάβου είναι αυτή που δίνει την μοναδική ταυτότητα και την ανώτερη κλάση στο απόσταγμα αυτό.
Το ενδιαφέρον που έχει η ποικιλία δεν εξαντλείται στα παραπάνω, μελέτη των πολυφαινολών που περιέχονται στα υποπροϊόντα ελληνικών ποικιλιών και μελέτη της βιολογικής δράσης των εκχυλισμάτων τους, έδειξε πως το Μοσχάτο Μαύρο Τυρνάβου βρίσκεται στην πρώτη ή στις πρώτες θέσεις των ποικιλιών που ερευνήθηκαν για τις επιμέρους ουσίες. Τα υποπροϊόντα (στέμφυλα, βόστρυχοι, γίγαρτα) του Μοσχάτου και τα εκχυλίσματά τους έχουν σημαντικές ποσότητες βιοδραστικών πολυφαινολών με μεγάλες αντιοξειδωτικές ικανότητες, με αντικαρκινική και αντιμεταλλαξιογόνο δράση.
Η υπεροχή του Μοσχάτου Μαύρου Τυρνάβου, η ταύτισή του με την περιοχή και το όνομα του Τυρνάβου, η δυνατότητα ταυτοποίησής του μέσω εργαστηριακών ελέγχων, όλα αυτά μαζί αποτελούν μεγάλο πλεονέκτημα για την αμπελοοινική παραγωγή και την τοπική οικονομία που μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί περαιτέρω, αρκεί να υπάρξουν οι οργανωμένες παραγωγικές δομές, όπως ένας τοπικός φορέας αμπελοοινικών προϊόντων που να θωρακίσει το προϊόν και να ενεργοποιήσει τις δυνατότητες ανάπτυξής του, αλλά και μια πολιτεία που να στηρίξει με το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο και τις υπηρεσίες της.
Αντί επιλόγου αξίζει να σημειωθεί η αναφορά στην ποικιλία Μοσχάτου Αμβούργου από την πλέον ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη παρουσίαση των ελληνικών οίνων, το portal New Wines of Greece της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ):
«Μοναδικό ανάμεσα στα διάφορα είδη του μοσχάτου, το Μοσχάτο Αμβούργου ξεχωρίζει από τις ερυθρωπές ρώγες του. Είναι μία από τις λίγες ποικιλίες που οινοποιούνται και παράλληλα καταναλώνονται ως επιτραπέζιες, γιατί έχει νόστιμο σταφύλι, έτοιμο να σαγηνεύσει με το άρωμά του, αλλά και να συμμετάσχει σε ερυθρά, ροζέ και γλυκά κρασιά.
Το μοσχάτο Αμβούργου απαντάται στον αμπελώνα της κεντρικής Ελλάδας και ιδιαίτερα αυτόν του Τυρνάβου, όπου κυριαρχεί. Τα εκρηκτικά και γλυκά αρώματά του, που θυμίζουν εσάνς γαρίφαλου, είναι το μεγάλο ατού της ιδιαίτερης αυτής ποικιλίας. Έτσι, ενώ συνήθως η χαμηλή οξύτητα και οι μαλακές ταννίνες του μοσχάτου Αμβούργου δεν επιτρέπουν εύκολα να σταθεί από μόνο του για την παραγωγή μονοποικιλιακών οίνων, η προσθήκη του σε χαρμάνια είναι θαυματουργή. Αρκεί μια μικρή ποσότητα για να αναστήσει ακόμα και το πλέον άτονο αρωματικά κρασί. Εκεί πάντως που είναι ασυναγώνιστο, είναι στην παραγωγή αποσταγμάτων, με τον άμβυκα να δρα σα μεγεθυντικός φακός των αρετών του.
Σπάνιο, ασυνήθιστο και μοντέρνο, το μοσχάτο Αμβούργου μπορεί να ανοίξει τις κλειστές πόρτες των ερυθρών κρασιών σε νέους καταναλωτές, αλλά και να ολοκληρώσει αξέχαστα ένα γεύμα ή ένα δείπνο, με τη μορφή ενός φίνου χωνευτικού ποτού (digestif)»
Αναστασία Παναγιώτου
Γεωπόνος- Οινολόγος στον ΑΟΣ Τυρνάβου
